Το HIV (Human Immunodeficiency Virus) είναι ένας ιός που προσβάλλει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου, ειδικότερα τα λευκά αιμοσφαίρια CD4. Ο ιός αναπαράγεται μέσα στα κύτταρα αυτά και τα καταστρέφει σταδιακά, οδηγώντας σε ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήματος. Χωρίς κατάλληλη θεραπεία, το HIV μπορεί να εξελιχθεί σε AIDS (Acquired Immunodeficiency Syndrome), μια σοβαρή κατάσταση όπου το σώμα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει λοιμώξεις και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Η μετάδοση του HIV συμβαίνει μέσω του αίματος, του σπέρματος, των κολπικών υγρών και του γάλακτος. Δεν μεταδίδεται μέσω του σάλιου, των δακρύων ή της σύσπασης. Μια σημαντική πρόοδος στην ιστορία της ιατρικής είναι ότι σήμερα, με τη σωστή αντιρετροϊική θεραπεία, τα άτομα με HIV μπορούν να ζουν μακρά και υγιή ζωή, διατηρώντας φυσιολογικό προσδόκιμο ζωής.
Η αντιρετροϊική θεραπεία (ΑΡΤ) είναι ένας συνδυασμός φαρμάκων που καταστέλλει την αναπαραγωγή του HIV στο σώμα. Ο στόχος της θεραπείας είναι να μειώσει το ιικό φορτίο σε ανιχνεύσιμα επίπεδα, να προστατεύσει το ανοσοποιητικό σύστημα και να επιτρέψει στους ασθενείς να ζουν χωρίς επιπλοκές. Όταν το ιικό φορτίο είναι ανίχνευτο, το HIV δεν μεταδίδεται σε άλλα άτομα, έστω και κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής (U=U: Undetectable equals Untransmittable).
Η θεραπεία συνήθως ξεκινά με τρία διαφορετικά φάρμακα από διαφορετικές κατηγορίες. Τα σχήματα θεραπείας επιλέγονται ανάλογα με τη μεμονωμένη κατάσταση κάθε ασθενούς, τη γενετική του προφίλ και τυχόν συνυπάρχουσες ασθένειες. Η συνέπεια στη λήψη των φαρμάκων είναι κρίσιμη για την επιτυχία της θεραπείας.
Στην ελληνική αγορά διατίθενται πολλές κατηγορίες αντιρετροϊικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό για τη θεραπεία του HIV:
Διαθέσιμα σχήματα θεραπείας στην Ελλάδα συνήθως περιλαμβάνουν συνδυασμούς όπως tenofovir/emtricitabine/efavirenz, tenofovir/emtricitabine/rilpivirine, και dolutegravir συν δύο NRTIs, μεταξύ άλλων. Πολλά από αυτά διατίθενται σε σταθερές δόσεις συνδυασμών για ευκολία.
Τα αντιρετροϊικά φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν διάφορες παρενέργειες, οι οποίες κυμαίνονται από ήπιες έως σοβαρές. Είναι σημαντικό ότι με τα σύγχρονα φάρμακα, οι περισσότερες παρενέργειες είναι ήπιες και μπορούν να διαχειριστούν.
Κοινές παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, κόπωση, πονοκέφαλο και διαταραχές του ύπνου. Ορισμένες μπορούν να μειωθούν λαμβάνοντας το φάρμακο με φαγητό ή αλλάζοντας την ώρα λήψης του. Άλλες παρενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν αλλαγές στη σύνθεση του σώματος, όπως η μεταφορά λίπους, και μεταβολικές αλλαγές.
Σοβαρές παρενέργειες είναι σπάνιες αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν ηπατική δυσλειτουργία ή νευρολογικές επιπλοκές. Εάν εμφανιστούν σοβαρές παρενέργειες, ο ασθενής πρέπει να επικοινωνήσει αμέσως με τον ιατρό του. Σε πολλές περιπτώσεις, η αλλαγή σχήματος θεραπείας μπορεί να λύσει το πρόβλημα.
Η αντιρετροϊική θεραπεία είναι ασφαλής και συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη. Τα φάρμακα προστατεύουν τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο και καταπολεμούν την κατακόρυφη μετάδοση του HIV.
Οι ηλικιωμένοι με HIV έχουν ιδιαίτερες ανάγκες λόγω της ύπαρξης άλλων χρόνιων ασθενειών. Απαιτείται προσεκτική επιλογή σχήματος θεραπείας για την αποφυγή αλληλεπιδράσεων φαρμάκων.
Άτομα με HIV που έχουν επίσης ηπατίτιδα B ή C απαιτούν ειδικά σχήματα θεραπείας. Ορισμένα φάρμακα HIV είναι δραστικά ενάντια και στην ηπατίτιδα B, όπως το tenofovir και lamivudine.
Η ανάπτυξη της αντιρετροϊικής θεραπείας έχει βελτιώσει τις δυνατότητες για τα νέα άτομα να ζουν μακρές ζωές. Συνιστώνται σχήματα θεραπείας με καλή ανοχή και χαμηλή δυνατότητα αντίστασης.
Η πρόληψη της μετάδοσης του HIV είναι αξιοσημείωτη. Η προεκθετική προφύλαξη (PrEP) με φάρμακα όπως το tenofovir/emtricitabine είναι αποτελεσματική στην πρόληψη της λοίμωξης σε άτομα υψηλού κινδύνου. Η μετεκθετική προφύλαξη (PEP) μπορεί να χορηγηθεί εντός 72 ωρών μετά την πιθανή έκθεση.
Η τακτική παρακολούθηση περιλαμβάνει δοκιμές ιικού φορτίου και μέτρηση CD4. Τα άτομα που λαμβάνουν αντιρετροϊική θεραπεία θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά από ειδικευμένο ιατρό. Η τακτική δοκιμή για αντίσταση φαρμάκων μπορεί να συστηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η υποστήριξη ψυχικής υγείας και η καταπολέμηση του στιγματισμού είναι επίσης σημαντικά μέρη της θεραπείας. Τα άτομα με HIV χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη και συμβουλευτική για να διαχειριστούν τη διάγνωση και να παραμείνουν συμμορφωμένα με τη θεραπεία τους.